Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ροδιά
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ροδιά η [roδjá] Ο24 : δέντρο ή θάμνος που καλλιεργείται για τους καρπούς του: Άγρια / ήμερη / ανθισμένη ~.

[αρχ. ῥοδ(ῆ) μεταπλ. -ιά]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ροδιακός -ή -ό [roδiakós] Ε1 : (λόγ.) ροδίτικος: Ροδιακά αγγεία. Ροδιακό ιδίωμα.

[λόγ. < ελνστ. Ῥοδιακός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go