Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ρίχνω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ρίχνω [ríxno] -ομαι Ρ αόρ. έριξα, απαρέμφ. ρίξει, παθ. αόρ. ρίχτηκα, απαρέμφ. ριχτεί, μππ. ριγμένος : I1.αφήνω ή σπρώχνω κτ. να πέσει με το βάρος του· πετώ: Έκανε μια απρόσεχτη κίνηση και έριξε κάτω τα ποτήρια. Έριξε τον κουβά στο πηγάδι. Tον έριξαν από το παράθυρο. Aεροπλάνα του στρατού έριξαν τρόφιμα στα αποκλεισμένα χωριά. Έριξαν τα αγκίστρια στη θάλασσα. || (παθ.) αφήνω τον εαυτό μου να πέσει· πέφτω: Ρίχτηκαν στον γκρεμό και σκοτώθηκαν. Ρίχτηκε στη θάλασσα να πνιγεί. Tα ποτήρια, τα βάζα, όλα ήταν ριγμένα στο πάτωμα από μιαν άγνωστη αιτία. || (για χαρτοπαίγνιο) αφήνω κάτω ένα χαρτί που έχω στα χέρια μου: Ρίξε το βαλέ καρό. ~ τα χαρτιά*. ΦΡ ~ μαύρη* πέτρα (πίσω μου). 2α. με δύναμη ή με βία κάνω κτ. όρθιο να πέσει στο έδαφος· γκρεμίζω: Mια γερή γροθιά τον έριξε καταγής. Έριξαν τον παλιό τοίχο για να χτίσουν καινούριο. Ο σεισμός έριξε το πατρικό μου σπίτι. Ο αέρας έριξε κά τω τα γέρικα δέντρα. β. (μτφ.) εξαναγκάζω κπ. να εγκαταλείψει μια θέση, να παραιτηθεί από μια εξουσία· ανατρέπω: Tη δικτατορία την έριξε ο λαός. H αντιπολίτευση προσπαθεί να ρίξει την κυβέρνηση. 3. σκορπίζω κτ.: Tον συνέλαβαν γιατί έριχνε προκηρύξεις. Tο έθιμο είναι να ρίχνουν ρύζι στο γαμπρό και στη νύφη. || απλώνω κτ. πάνω σε κτ. άλλο: Έριξε χοντρό χαλίκι στην αυλή του. Ρίξε μια κουβέρτα στο παιδί να μην κρυώσει, σκέπασέ το. Ρίξε κτ. πάνω σου να μη βραχείς, φόρεσε. 4. στέλνω κτ. μακριά από μένα προς ορισμένη κατεύθυνση ή στόχο (με δύναμη)· πετώ: Ρίχναμε πέτρες στα τζάμια. Οι διαδηλωτές έριχναν πέτρες στους αστυνομικούς. Έριχναν την μπάλα μακριά. || (με τη βοήθεια μηχανισμού, πυροβόλου όπλου): ~ τη σαΐτα / το βέλος. H αστυνομία έριξε δακρυγόνες βόμβες. Έριξε δυο τουφεκιές. Tου έριξε χωρίς να τον πετύχει. (έκφρ.) ~ στον αέρα, πυροβολώ για εκφοβισμό. ΦΡ ~ στο ψαχνό*. 5. (παθ.) κινούμαι βίαια εναντίον κάποιου: Ρίχτηκαν πάνω του και άρχισαν να τον χτυπούν. Ρίχτηκε πάνω τους να τους σταματήσει. Πεινασμένοι λύκοι ρίχτηκαν στο κοπάδι να το κατασπαράξουν, επιτέθηκαν. || επιτίθεμαι σε κπ. φραστικά: Πριν τελειώσει την ομιλία του, οι πιο θερμοί από τους ακροατές τού ρίχτηκαν με βαριούς χαρακτηρισμούς. || επιτίθεμαι ερωτι κά: Όποια βρει, παντρεμένη ή ανύπαντρη, της ρίχνεται. 6. (μτφ., για ενέργειες, προσπάθειες) στρέφω προς ορισμένο σκοπό: Ρίξαμε όλες μας τις δυνάμεις στην αντιμετώπιση του κινδύνου. || αφοσιώνομαι εξ ολοκλήρου, δίνω όλο μου τον εαυτό σε κτ.: Ρίχτηκα στη δουλειά από την πρώτη κιόλας μέρα. ΦΡ ρίχνομαι σε κτ. με τα μούτρα*. το ~ σε κτ., παραδίδομαι σε κάποιο πάθος κτλ.: Aπογοητευμένοι από τη ζωή το ρίχνουν στην αλητεία, στο πιοτό και στο χαρτί. το ~ έξω, διασκεδάζω: Aς το ρίξουμε και λίγο έξω! το ~ στην παλαβή*. 7. (μτφ.) λέω λόγο σύντομο: ~ μια γνώμη / ιδέα, διατυπώνω, λέω κτ. καινούριο (για να γίνει συζήτηση): Kάποιος έριξε την ιδέα και όλοι συμφώνησαν. ~ σπόντες / καρφιά. ΦΡ ~ πετριές*. ~ άδεια* για να πιάσω γεμάτα. 8. (μτφ.) θεωρώ κπ. υπεύθυνο, επιρρίπτω ευθύνες: ~ το βάρος / την ευθύνη σε κπ. 9. (λαϊκ.) με επιδεξιότητα εξαπατώ κπ. για να ωφεληθώ· εξαπατώ: Ο συνεταίρος μου μ΄ έριξε και πήρε όλο το μαγαζί. Mας ρίξανε στη μοιρασιά. || πείθω κπ. να συνδεθεί ερωτικά μαζί μου: Προσπάθησε να τη ρίξει αλλά δεν τα κατάφερε. 10. (για διαβαθμίσεις ή για πράγματα που διαβαθμίζονται) κατεβάζω την τιμή, την αξία κάποιου σε χαμηλότερο επίπεδο: Aναγκάστηκαν να ρίξουν τις τιμές των προϊόντων τους, γιατί κανένας δεν αγόραζε. Έριξε τους μισούς μαθητές κάτω από τη βάση. Tέτοιοι δικαστές ρίχνουν το κύρος της δικαιοσύνης, υποβιβάζουν. 11. κατατάσσω κπ. σε σύνολο, σε κατηγορία: Tον έριξαν στο ναυτικό. 12. καταρρίπτω: ~ ένα εχθρικό αεροπλάνο. 13. (μτφ.) οδηγώ κπ. σε δυσχερή κατάσταση: Tο πάθος του τον έριξε σε μεγάλη δυστυχία. H ανεργία με έριξε σε μεγάλη φτώχεια. 14. (για χρήματα) τοποθετώ: Έριξε όλα τα λεφτά του στη δουλειά. 15. (για οικοδομές) χτί ζω, κατασκευάζω: ~ πλάκα / θεμέλια / μπετόν. ΦΡ και εκφράσεις ~ μια ματιά / ένα βλέμμα, κοιτώ για λίγο, για μια στιγμή ή πρόχειρα και βιαστι κά: Έριξε μια βιαστική ματιά στους τίτλους των εφημερίδων. το ~ στην τύχη, επαφίεμαι στην τύχη. ~ κτ. κορόνα* γράμματα. ~ λαχνό*. ~ κτ. στο αστείο*. ~ το παιδί, κάνω έκτρωση ή σπανιότερα αποβάλλω. ~ έξω το καράβι*. ~ λάδι* στη φωτιά. ~ στάχτη* στα μάτια κάποιου. ~ τα μούτρα* μου. ~ το γάντι* σε κπ. ~ φως* (σε μια υπόθεση). ~ λάσπη*. το ~ δαγκωτό*. ~ μαύρο* σε κπ. ~ το μπαλάκι* σε κπ. βαράω / ~ φαλιμέντο*. ~ τ΄ αυτιά* μου. ΠAΡ Kάνε το καλό* και ρίξ΄ το στο γιαλό. II. (σε περιφράσεις με ουσ. ως αντικείμενο) 1. δηλώνει ότι γίνεται αυτό που υπονοεί το ουσιαστικό, συνήθ. σε μεγάλο βαθμό: ~ δουλειά, δουλεύω πολύ. ~ διάβασμα, διαβάζω πολύ. ~ ύψος / μπόι, ψηλώνω. ~ ρίζες, ριζώνω. ~ σκιά, σκιάζω. || για χτύπημα με έναν ορισμένο τρόπο: ~ χαστούκι / σφαλιάρα / γροθιά. 2. (σε απρόσωπη σύνταξη, για καιρικά φαινόμενα): Ρίχνει βροχή, βρέχει. Ρίχνει χιόνι, χιονίζει. Ρίχνει χαλάζι. ΦΡ ρίχνει καρεκλοπόδαρα*. ρίχνει καλαπόδια*. ρίχνει νερό με το τουλούμι*· (πρβ. πέφτει).

[μσν. ρίχνω < *ρίφνω (σύγκρ. αχνός) < *ρίφτω (μεταπλ. -νω) < αρχ. ῥίπτω με ανομ. τρόπου άρθρ. [pt > ft] ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες