Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ράσο
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ράσο το [ráso] Ο39 (συχνά πληθ.) : α.το φαρδύ και μακρύ ως τα πόδια, εξωτερικό μαύρο ένδυμα που φορούν στην καθημερινή τους ζωή οι κληρικοί, οι μοναχοί και, συχνά όταν ψέλνουν, οι ιεροψάλτες: Παπαδίστικο / καλογερίστικο ~. (έκφρ.) τιμημένα ράσα, για τον κλήρο που συμμετέχει σε εθνικούς αγώνες. ΠAΡ έκφρ. τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, η εξωτερική εμφάνιση ενός προσώπου ή ο τίτλος του δεν του προσδίδουν μια ανάλογα μεγάλη αξία. ΠAΡ ΦΡ αλλού ο παπάς* κι αλλού τα ράσα του. β. (μτφ.) για μακρύ και άκομψο ένδυμα (φόρεμα κτλ.).

[μσν. ράσον < λατ. ras(um) `ξυσμένο, λειασμένο ύφασμα΄ -ον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ρασοφόρος ο [rasofóros] Ο18 : αυτός που φορά ράσο, κληρικός ή καλόγερος.

[λόγ. < μσν. ρασοφόρος `δόκιμος μοναχός που στη διάρκεια της δοκιμασίας φοράει ράσο΄ < ράσ(ον) -ο- + -φόρος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες