Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πόρνος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πόρνος ο [pórnos] Ο18 : χαρακτηρισμός ιδιαιτέρως ασελγούς και ακόλαστου ανθρώπου.

[λόγ. < αρχ. πόρνος `παθητικός ομοφυλόφιλος΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πορνοστάρ ο [pornostár] θηλ. πορνοστάρ [pornostár] Ο (άκλ.) : ηθοποιός που παίζει σε πορνογραφικές ταινίες.

[λόγ. πορν(ό) -ο- + θηλ. σταρ και επέκτ. στο αρσ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go