Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- προστυχάντζα η [prostixándza] Ο25α : (λαϊκ.) χαρακτηρισμός: α. για άνθρωπο πρόστυχο, χυδαίο. β. για κτ. που είναι πολύ κακής ποιότητας και πολύ κακού γούστου.
[πρόστυχ(ος) -άντζα]



