Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: προσκτώμαι
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προσκτώμαι [prosktóme] Ρ11 : (λόγ.) προσθέτω κτ. σε αυτά που ήδη έχω, και γενικότερα, αποκτώ κτ.

[λόγ. < αρχ. προσκτῶμαι]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες