Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: προσκρουστήρας
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προσκρουστήρας ο [proskrustíras] Ο2 : (τεχν.) σταθερό στοιχείο μιας κατασκευής, που χρησιμεύει για να σταματά την κίνηση ενός αντικειμένου.

[λόγ. πρόσκρουσ(ις) -τήρ > -τήρας μτφρδ. γαλλ. heurtoir]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες