Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- προσκρουστήρας ο [proskrustíras] Ο2 : (τεχν.) σταθερό στοιχείο μιας κατασκευής, που χρησιμεύει για να σταματά την κίνηση ενός αντικειμένου.
[λόγ. πρόσκρουσ(ις) -τήρ > -τήρας μτφρδ. γαλλ. heurtoir]



