Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- προπηλακιστής ο [propilakistís] Ο7 : (λόγ.) αυτός που προπηλακίζει, ο υβριστής, ο χλευαστής: Aντιμετώπισε ψύχραιμα τους προπηλακιστές του.
[λόγ. < ελνστ. προπηλακιστής]



