Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: προλαβαίνω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προλαβαίνω [prolavéno] -ομαι Ρ αόρ. πρόλαβα, απαρέμφ. προλάβει, (παθ. μόνο στο ενεστ. θ.) : 1α. φτάνω κάπου (ή κπ. ή κτ.) εγκαίρως: Tην τελευταία στιγμή προλάβαμε το τρένο / το λεωφορείο / το αεροπλάνο. Έτρεξα και τον πρόλαβα λίγο πριν φύγει. β. φτάνω κπ. που προπορεύεται: Ξεκινήστε εσείς και θα σας προλάβουμε. Tον πρόλαβε στη στροφή. Περπάτα αργά για να σε ~. 2α. ενεργώ, κάνω κτ. εγκαίρως, πριν από κπ. άλλο, πριν να συμβεί κτ. άλλο: Δεν πρόλαβε να αντιδράσει / να απαντήσει / να προφυλαχτεί. Πέθανε πριν προλάβει να κάνει διαθήκη. Πρόλαβε και φρέναρε πριν να χτυπήσει τον πεζό. || ΠAΡ ΦΡ όποιος πρόλαβε, τον Kύριο* είδε. β. με την (έγκαιρη) παρουσία, με τις ενέργειες, με την παρέμβασή μου αποτρέπω, ματαιώνω κτ. δυσάρεστο: H έγκαιρη επέμβαση της αστυνομίας πρόλαβε την επέκταση των επεισοδίων. 3. διαθέτω, βρίσκω τον απαιτούμενο χρόνο για να κάνω κτ.: Δεν ~ τώρα να σου εξηγή σω. Πώς μπορείς και τα προλαβαίνεις όλα; Aν προλάβεις, πέρνα να σε δω λίγο. (προφ. έκφρ.) δεν ~…, για κτ. που συμβαίνει με μεγάλη ταχύτη τα ή σε μεγάλη έκταση: Δεν ~ να πουλάω / να απαντάω. Δεν προλάβαινε να δέχεται συγχαρητήρια. Δεν προλάβαινε να τελειώσει το ένα κι άρχιζε το άλλο. Δεν τον ~ σε ρούχα / σε παπούτσια / σε φαΐ. Δεν πρόλαβε να έρθει, κι έφυγε πάλι.

[αρχ. προλαμβάνω κατά το λαμβάνω > λαβαίνω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go