Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- προεκβολή η [proekvolí] Ο29 : η προέκταση, η προβολή, η προεξοχή καθώς και το τμήμα που προεξέχει. || (γυμν.) η προβολή του ενός ποδιού κατευθείαν μπροστά και τεντωμένου: ~ του αριστερού / του δεξιού ποδιού.
[λόγ. < αρχ. προεκ(βάλλω) `βγάζω μπροστά΄ -βολή κατά το σχ.: βάλλω - βολή]



