Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- προγονολάτρης ο [proγonolátris] Ο10 : 1. αυτός που θαυμάζει υπερβολικά τους προγόνους του, που είναι προσκολλημένος σε αυτούς· προγονόπληκτος*. 2. (θρησκειολ.) αυτός που λατρεύει τους προγόνους και τους αποδίδει θρησκευτικές τιμές.
[λόγ. πρόγον(ος) -ο- + -λάτρης κατά το ειδωλο λάτρης]



