Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πριμάτος
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πριμάτος ο [primátos] Ο18 : (εκκλ.) τίτλος ανώτατων κληρικών της δυτικής, της αγγλικανικής και (του πατριάρχη) της ρουμανικής εκκλησίας.

[λόγ. < μσνλατ. primat(us) -ος < λατ. primus `πρώτος, ανώτερος΄]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες