Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πρεσβυτεριανοί
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πρεσβυτεριανοί οι [prezviterianí] Ο17 : αγγλόφωνοι διαμαρτυρόμενοι, οπαδοί του Kαλβίνου.

[λόγ. < αγγλ. πληθ. Ρresbyterians (-ian = -ιανός) < presbytery < υστλατ. presbyterium < ελνστ. πρεσβυτέριον `συμβούλιο των γερόντων΄]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες