Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πρελούντιο το [prelúdio] & πρελούδιο το [prelúδio] Ο41 : (μουσ.) εισαγωγή, προοίμιο ενός μουσικού έργου. ANT φινάλε. || (επέκτ.) η εισαγωγή, τα προκαταρκτικά σε κτ.: Tο ερωτικό παιχνίδι είναι το ~ στην ερωτική πράξη.
[λόγ. < ιταλ. preludio· λόγ. ορθογρ. δαν.]



