Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πουσταριό
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πουσταριό το [pustarjó] Ο38 : (λαϊκ., προφ.) 1. (με επίταση) ο πούστης. 2. πλήθος, μεγάλος αριθμός παθητικών ομοφυλοφίλων.

[πούστ(ης) -αριό]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες