Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πορνόγερος ο [pornójeros] Ο20 : χαρακτηρισμός ηλικιωμένου άντρα που εκδηλώνει τη σεξουαλικότητα και τον ερωτισμό του κατά τρόπο ασελγή, που θεωρείται ότι δεν αρμόζει στην ηλικία του.
[λόγ. πόρν(ος) -ο- + γέρος]



