Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πορνογράφημα το [pornoγráfima] Ο49 : δημοσίευμα, έργο (κείμενο ή / και εικόνα) με πορνογραφικό περιεχόμενο: Διαβάζω / δημοσιεύω / γρά φω πορνογραφήματα. Tο βιβλίο χαρακτηρίστηκε ως ~.
[λόγ. πορνογρά φ(ος) -ημα]



