Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πονταδόρος
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πονταδόρος 1 ο [pondaδóros] Ο18 : καθένας που συμμετέχει, που ποντάρει σε τυχερά παιχνίδια.

[ποντ(άρω) 1 -αδόρος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πονταδόρος 2 ο : τεχνίτης ειδικευμένος σε συγκολλήσεις μετάλλων.

[πό ντ(α) -αδόρος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες