Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πολυθεϊστής ο [poliθeistís] Ο7 θηλ. πολυθεΐστρια [poliθeístria] Ο27 : ο οπαδός του πολυθεϊσμού, αυτός που πιστεύει στην ύπαρξη πολλών θεών. ANT μονοθεϊστής: Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν πολυθεϊστές.
[λόγ. < γαλλ. polythéiste < ελνστ. πολύθε(ος) `που λατρεύει πολλούς θεούς΄ (αρχ. σημ.: `τόπος με πολλούς θεούς΄) -iste = -ιστής· λόγ. πολυθεϊσ(τής) -τρια]



