Παράλληλη αναζήτηση
| 2 εγγραφές [1 - 2] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πολυεδρικός 1 -ή -ό [polieδrikós] Ε1 : 1. που ανήκει ή που αναφέρεται σε πολύεδρο: Πολυεδρικό σώμα / διαμάντι. ~ κρύσταλλος. 2. (μτφ.) που έχει πολ λές πλευρές, όψεις· πολύπλευρος2: Mερικές όψεις της πολυεδρικής πραγματικότητας.
πολυεδρικά ΕΠIΡΡ στη σημ. 2. [λόγ. πολύεδρ(ον) -ικός]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πολυεδρικός 2 -ή -ό : που έχει περισσότερες από μία έδρες: Πολυεδρικές εκλογικές περιφέρειες, που εκλέγουν περισσότερους από έναν βουλευτές.
[λόγ. πολυ- + έδρ(α) -ικός]



