Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πολυβολισμός
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πολυβολισμός ο [polivolizmós] Ο17 : η βολή, η ριπή πολυβόλου.

[λόγ. πολυβολ(ώ) -ισμός]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες