Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πολυβολαρχία
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πολυβολαρχία η [polivolarxía] Ο25 : (στρατ.) μονάδα πυροβολικού που αποτελείται συνήθ. από τέσσερις διμοιρίες πολυβόλων.

[λόγ. πολυβό λ(ον) + -αρχία]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες