Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ποικίλλω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ποικίλλω [pikílo] Ρ πρτ. ποίκιλλα, αόρ. ποίκιλα, απαρέμφ. ποικίλει, παθ. αόρ. ποικίλθηκα, απαρέμφ. ποικιλθεί, μππ. ποικιλμένος : 1. διακοσμώ κτ. με διάφορα σχέδια, χρώματα κτλ.: Φορεσιά ποικιλμένη με κεντήματα. 2. αλλάζω, διαφοροποιώ κτ.: ~ τη διατροφή μου τρώγοντας άλλοτε κρέας και άλλοτε όσπρια και λαχανικά. 3. γίνομαι διαφορετικός, παραλλάσσω: Tο κλίμα / η βλάστηση της Ελλάδας ποικίλλει από τόπο σε τόπο. Tα έθιμα του Πάσχα ποικίλλουν ανάλογα με την περιοχή. 4. αποφεύγω την ομοιομορφία, τη μονοτονία: ~ τη συζήτηση / τη διασκέδαση με ανέκδοτα και αστεία. ~ το λόγο, τον κάνω ωραίο ή ενδιαφέροντα, τον διανθίζω με διάφορα τεχνικά, ρητορικά μέσα.

[λόγ. < αρχ. ποικίλλω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go