Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πνιγηρότητα
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πνιγηρότητα η [pnijirótita] Ο28 : η ιδιότητα του πνιγηρού: H ~ της ατμόσφαιρας δυσκολεύει την αναπνοή.

[λόγ. πνιγηρ(ός) -ότης > -ότητα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες