Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πνευμονογράφος ο [pnevmonoγráfos] Ο18 : (ιατρ.) ειδικό μηχάνημα που καταγράφει τις αναπνευστικές κινήσεις.
[λόγ. < γαλλ. pneumographe < pneumo- = πνευμο(νο)- + -graphe = -γράφος]



