Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πλωτήρας ο [plotíras] Ο2 : ελαφρύ σώμα που με τη δύναμη της άνωσης επιπλέει σε ένα υγρό ή και κρατάει ένα άλλο σώμα στην επιφάνεια και ειδικότερα: α. το φλοτέρ: H στάθμη του νερού της δεξαμενής διατηρείται σταθερή με τη βοήθεια ενός πλωτήρα. β. ειδική στεγανή κατασκευή, που επιτρέπει στα υδροπλάνα να κρατιούνται στην επιφάνεια της θάλασσας.
[λόγ. < αρχ. πλωτήρ, αιτ. -ῆρα `ναυτικός΄ σημδ. γαλλ. flotteur]



