Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πλυντήριο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλυντήριο το [plindírio] Ο40 : 1. ηλεκτρική συσκευή οικιακής χρήσης για το πλύσιμο ρούχων ή πιάτων: ~ ρούχων / πιάτων. Εγχώριο / ευρωπαϊκό / αυτόματο / υπεραυτόματο ~. Εξαρτήματα / ανταλλακτικά / κάδος / μοτέρ / βλάβη πλυντηρίου. Bάζω ~, το θέτω σε λειτουργία για να πλύνω. 2. εγκατάσταση ή κατάστημα όπου πραγματοποιείται το πλύσιμο ή χώρος όπου είναι εγκατεστημένα μηχανήματα πλύσης: ~ αυτοκινήτων / ταπήτων / μεταλλευμάτων. ~ και σιδερωτήριο. ~ για το κοινό. 3. (μτφ.) ό,τι χρησιμοποιείται όπως το πλυντήριο: H τράπεζα χρησιμοποιήθηκε ως ~ βρόμικου χρήματος, για να μετατρέπει σε νόμιμα, χρήματα που αποκτήθηκαν με παράνομο τρόπο.

[λόγ. ουσιαστικοπ. ουδ. του αρχ. επιθ. πλυντήριος `του πλυσίματος΄ σημδ. αγγλ. washing machine]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες