Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πλημμελειοδίκης ο [plimelioδíkis] Ο10 θηλ. πλημμελειοδίκης [plimelioδíkis] : δικαστής πλημμελειοδικείου: Συμβούλιο πλημμελειοδικών, ειδικό δικαστικό συμβούλιο.
[λόγ. < ελνστ. πλημμέλει(α) `αμάρτημα΄ (αρχ. σημ.: `φάλτσο στη μουσική΄) -ο- + -δίκης κατά το ειρηνοδίκης· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]



