Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πλατινέ
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλατινέ [platiné] Ε (άκλ.) : (για μαλλιά) που το χρώμα τους είναι ανοιχτό ξανθό προς το ασημί: ~ μαλλιά.

[λόγ. < γαλλ. platiné]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλατινένιος -α -ο [platinénos] Ε4 : 1. που είναι κατασκευασμένος από πλατίνα: Πλατινένιο βραχιόλι / ρολόι / δαχτυλίδι. ~ δίσκος*. 2. (για μαλλιά) που το χρώμα τους είναι ανοιχτό ξανθό προς το ασημί: Πλατινένια μαλλιά.

[πλατίν(α) -ένιος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες