Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πλαγιοτροχασμός ο [plajiotroxazmós] Ο17 : γρήγορος, ρυθμικός βηματισμός αλόγου, κατά τον οποίο σηκώνονται και πατούν εναλλάξ τα δύο αριστερά και τα δύο δεξιά πόδια.
[λόγ. πλαγιο- + τροχασμός]



