Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πλήθυνση
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλήθυνση η [plíθinsi] Ο33 : (λόγ.) το αποτέλεσμα του πληθύνω: H εξαφάνιση των πουλιών είχε ως αποτέλεσμα την ~ των εντόμων, την αύξηση του αριθμού τους.

[λόγ. πληθύν(ω) -σις > -ση]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες