Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πλάκωση η [plákosi] Ο32α : (οικ.) στενοχώρια, δυσφορία: Έχω / νιώθω μια ~ στην καρδιά.
[πλακώ(νω) -ση (πρβ. ελνστ. πλάκωσις `κάλυψη πρόσοψης με πλάκες΄)]



