Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πιστοχρέωση η [pistoxréosi] Ο33 : (λογιστ.) η καταχώρηση πίστωσης ή χρέωσης σε λογιστικό βιβλίο.
[λόγ. πίστ(ωσις) -ο- + χρέω(σις) -ση μτφρδ. γαλλ. crédit et débit]



