Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πιλοτάρισμα
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πιλοτάρισμα το [pilotárizma] Ο49 : 1. η διακυβέρνηση ενός σκάφους (ιδ. αεροσκάφους) 2. (για πλοία) πλοήγηση.

[πιλοτάρ(ω) -ισμα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες