Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πηλοπλάστης
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πηλοπλάστης ο [piloplástis] Ο10 θηλ. πηλοπλάστρια [piloplástria] Ο27 : αυτός που ασχολείται με το πλάσιμο του πηλού και με την κατασκευή πήλινων ειδών.

[λόγ. πηλ(ός) -ο- + πλάστης (πρβ. ελνστ. πηλοπλαστῶ `πλά θω πηλό΄)· λόγ. πηλοπλάσ(της) -τρια]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες