Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πετρελαιόπισσα
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πετρελαιόπισσα η [petreleópisa] Ο27α : μαύρη παχύρρευστη μάζα που απομένει μετά την απόσταξη του πετρελαίου.

[λόγ. πετρελαιο- + πίσσα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες