Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- περιτρίγυρα [peritríjira] επίρρ. τοπ. : (λαϊκότρ.) γύρω γύρω, ολόγυρα.
[μσν. περιτρίγυρ(ον) `περίγυρος΄ επίρρ. -α < περι- τριγύρ(ω) -ον]
Ένα εγχείρημα του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας για την υποστήριξη της ελληνικής γλώσσας στη διαχρονία της: αρχαία ελληνική, μεσαιωνική ελληνική, νέα ελληνική αλλά και στη συγχρονική της διάσταση.
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[μσν. περιτρίγυρ(ον) `περίγυρος΄ επίρρ. -α < περι- τριγύρ(ω) -ον]
| © 2006 - 2008 Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας | Δικαίωμα Πνευματικής Ιδιοκτησίας | Όροι Χρήσης |