Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πεντόλιρο το [pendóliro] & πεντάλιρο το [pendáliro] Ο41 : παλιό χρυσό νόμισμα αξίας συνήθ. πέντε λιρών: Tης πέρασε στο λαιμό μία χρυσή αλυσίδα με ένα ~.
[πεντα- + λίρ(α) -ο και με εισαγωγή του συνδετικού φων. -ο- κατά τα άλλα σύνθ.]



