Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πεμπτοφαλαγγίτης ο [pemptofalangítis] Ο10 θηλ. πεμπτοφαλαγγίτισσα [pemptofalangítisa] Ο27 : ως χαρακτηρισμός προσώπου που δρα στο εσωτερικό μιας χώρας ή κοινότητας, φαινομενικά υπέρ αυτής στην πραγματικότητα όμως υπέρ του εχθρού και κατά τις εντολές του.
[λόγ. φρ. πέμπτ(η) -ο- + φάλαγξ > φάλαγγ(α) (μτφρδ. γαλλ. cinquième colonne) -ίτης· λόγ. πεμπτοφαλαγγίτ(ης) -ισσα]



