Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πεισματάρικος -η -ο
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πεισματάρικος -η -ο [pizmatárikos] Ε5 : για συμπεριφορά, εκδήλωση κτλ., που ταιριάζει σε πεισματάρη άνθρωπο· (πρβ. πεισματικός): Πεισματάρικα λόγια / φερσίματα. Πεισματάρικοι τρόποι. πεισματάρικα ΕΠIΡΡ.

[πεισματάρ(ης) -ικος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go