Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πεζούρα
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πεζούρα η [pezúra] Ο25α : (λαϊκότρ.) στρατός από πεζούς: ~ και καβαλαρία κύκλωσε το κάστρο.

[πεζ(ός) 1 -ούρα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες