Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- πεζοτράγουδο το [pezotráγuδo] Ο41 : κείμενο (συνήθ. μικρό σε έκταση) με ιδιαίτερα λυρικό, ποιητικό περιεχόμενο, αλλά σε πεζό λόγο: Tο ~ διευρύνει μάλλον την έννοια της ποίησης και όχι της πρόζας.
[λόγ. φρ. πεζό τραγούδ(ι) -ο]



