Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πατρικός -ή -ό
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πατρικός -ή -ό [patrikós] Ε1 : 1α. που ανήκει ή που αναφέρεται στον πατέρα ή που προέρχεται από αυτόν: Πατρική περιουσία / κληρονομιά. Πατρική στοργή / φροντίδα / συμβουλή. Πατρικό σπίτι. Πατρική στέγη. β. (ως ουσ.) το πατρικό: β1. το (ιδιόκτητο κυρίως) σπίτι όπου ζει ή έζησε κάποιος με τους γονείς του. β2. το οικογενειακό όνομα μιας παντρεμένης γυναίκας πριν από το γάμο της, σε αντιδιαστολή προς το επώνυμο του συζύγου της: Mετά το γάμο θα κρατήσω το πατρικό μου. Mόλις μου είπε το πατρικό της, τη θυμήθηκα. 2. που ανήκει στους προγόνους, που προέρχεται από αυτούς: Πατρική γη. 3. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από στοργή, φροντίδα, ενδιαφέρον και ανιδιοτέλεια, σαν να προέρχεται από τον πατέρα: Tης έδωσε μερικές πατρικές συμβουλές. 4. (νομ.) πατρική εξουσία, το εξουσιαστικό δικαίωμα που είχε ο πατέρας πάνω στα παιδιά του. πατρικά ΕΠIΡΡ κυρ. στη σημ. 3: Tη συμβούλεψε ~, σαν πατέρας, με πατρικό τρόπο.

[1-3: αρχ. πατρικός· 4: λόγ. σημδ. γαλλ. paternel]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες