Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πατιρντί
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πατιρντί το [patirdí] & πατριντί το [patridí] Ο (μόνο στην ονομ. και αιτ. εν.) : μεγάλη φασαρία που δημιουργείται από ανθρώπους που διασκεδάζουν ή που διαπληκτίζονται: Έγινε μεγάλο ~. Άρχισε το ~.

[τουρκ. patιrdι· μετάθ. του [r] ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες