Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πασπαρτού
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πασπαρτού το [paspartú] Ο (άκλ.) : I1. κλειδί ειδικά κατασκευασμένο για να ανοίγει όλες τις κλειδαριές που ανήκουν σε έναν ορισμένο τύπο, που χρησιμοποιείται σε ξενοδοχεία, κτίρια γραφείων κτλ. || βίδα που ταιριάζει παντού. 2. (μτφ., οικ., ειρ.) για κτ. που χρησιμοποιείται σε όλες τις περιπτώσεις και καταστάσεις, είτε ταιριάζει είτε δεν ταιριάζει: H ασπιρίνη είναι φάρμακο ~. II. κομμάτι από λεπτό χαρτόνι επάνω στο οποίο κολλούν φωτογραφία ή εικόνα με μικρότερες διαστάσεις από αυτό, έτσι ώστε να σχηματίζεται ένα πλαίσιο.

[λόγ. < γαλλ. passe-partout]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες