Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- παρσισμός ο [parsizmós] Ο17 : κλάδος του ζωροαστρισμού που διαμορφώθηκε και υπάρχει ακόμα στις Iνδίες.
[λόγ. < γαλλ. parsisme < parsi (από τα περσ.) `περσικός΄ (-isme = -ισμός)]



