Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: παρκέ
5 εγγραφές [1 - 5]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παρκέ το [parké] Ο (άκλ.) : δάπεδο από μικρές συναρμοσμένες σανίδες από εκλεκτό σκληρό ξύλο σε ορισμένες διαστάσεις, κατάλληλα λειασμένες και γυαλισμένες: Δρύινο ~. ~ ψαροκόκαλο. || Kάνω ~, αλείφω το δάπεδο με ειδική ουσία, την παρκετίνη, και το τρίβω, έτσι ώστε να αποκτήσει γυαλάδα. ~ διαρκείας, με μόνιμο γυάλισμα, που δε χρειάζεται συχνή συντήρηση. || Tο ~ του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας.

[λόγ. < γαλλ. parquet]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παρκετάρισμα το [parketárizma] Ο49 : η ενέργεια του παρκετάρω, το γυάλισμα του δαπέδου.

[παρκετάρ(ω) -ισμα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παρκετάρω [parketáro] Ρ6α μππ. παρκεταρισμένος : αλείφω ένα δάπεδο, συνήθ. ξύλινο, με παρκετίνη και το τρίβω, έτσι ώστε να αποκτήσει γυαλάδα.

[παρκέτ(ο < ιταλ. parchetto < γαλλ. parquet) -άρω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παρκετέζα η [parketéza] Ο25α : ηλεκτρική συσκευή με την οποία γίνεται το παρκετάρισμα του δαπέδου.

[γαλλ. parqueteus(e) ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παρκετίνη η [parketíni] Ο30 : εμπορική ονομασία υγρής ή κρεμώδους ουσίας που χρησιμοποιείται για το γυάλισμα των ξύλινων συνήθ. δαπέδων: Yγρή ~.

[λόγ. παρκέτ(ο δες στο παρκετάρω) -ίνη σήμα κατατ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες