Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- παρενδυσία η [parenδisía] Ο25 : (ψυχ.) σεξουαλική παρέκκλιση ενός άντρα ο οποίος ντύνεται με γυναικεία ενδύματα με σκοπό τη σεξουαλική διέγερση.
[λόγ. παρ(α)- 1 ένδυσ(ις) -ία μτφρδ. γαλλ. transvestisme]



