Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: παρασόλι
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παρασόλι το [parasóli] Ο44 : (παρωχ.) ομπρέλα που προφυλάγει από τον ήλιο.

[ιταλ. parasol(e)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες