Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: παραπέμπω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παραπέμπω [parapémbo] -ομαι Ρ αόρ. παρέπεμψα, απαρέμφ. παραπέμψει, παθ. αόρ. παραπέμφθηκα, απαρέμφ. παραπεμφθεί : 1. στέλνω, διαβιβάζω κτ. (έγγραφο, αίτηση, αναφορά κτλ.) σε κπ. (σε αρχές, όργανα ή πρόσωπα) για εξέταση, μελέτη, διεκπεραίωση: H πρόταση τροπολογίας παραπέμφθηκε στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή. Tο αίτημά σας παραπέμφθηκε στην τεχνική υπηρεσία του δήμου. Παρέπεμψαν το θέμα σε τακτική συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου. ΦΡ ~ κτ. στις (ελληνικές) καλένδες*. || (για πρόσ.) στέλνω κπ. κάπου (σε αρμόδια υπηρεσία ή σε πρόσωπο) για να εξυπηρετηθεί σε κτ.: Για περισσότερες πληροφορίες, σας ~ στο Γραφείο Tύπου. 2. στέλνω, διαβιβάζω μια υπόθεση, ένα πρόσωπο σε ανακριτικές ή δικαστικές αρχές για εξέταση, ανάκριση ή εκδίκαση: H υπόθεση / ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στον ανακρι τή. Tον παρέπεμψαν στο πειθαρχικό συμβούλιο για βαριά αμέλεια κατά την άσκηση του καθήκοντος. 3. κάνω παραπομπή σε κάποιο κείμενο ή σε κάποιο σημείο κειμένου: Ο συγγραφέας παραπέμπει συχνά τον αναγνώστη σε αρχαία κείμενα. || Σε ~ στο κύριο άρθρο του κυριακάτικου φύλλου της εφημερίδας, σου υποδεικνύω να το διαβάσεις. 4. οδηγώ, κατευθύνω τη σκέψη, τη μνήμη κάποιου σε κτ., θυμίζω κτ., αναφέρομαι σε κτ. τρίτο με βάση κάποια στοιχεία ομοιότητας ή αναλογίας: H αναφορά του λύκου στο μυθιστόρημά του παραπέμπει αλληγορικά στο παραμύθι της Kοκκινοσκουφίτσας. H τεχνοτροπία της ταινίας παραπέμπει άμεσα στο βωβό κινηματογράφο. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παρέπεμψε τους δημοσιογράφους σε προηγούμενες δηλώσεις του πρωθυπουργού για το συγκεκριμένο θέμα.

[λόγ. < αρχ. παραπέμπω `στέλνω επιπλέον, μεταφέ ρω΄ (μσν. σημ.: `στέλνω σε κπ.΄) & σημδ. γαλλ. renvoyer]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες